Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009

ΠΑΡΑΤΑΣΗ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟΥ ΝΟΜΟΥ 3299/2004

Με απόφαση της Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, Λούκας Τ. Κατσέλη, παρατείνεται μέχρι τις 29 Ιανουαρίου 2010 η υποβολή επενδυτικών σχεδίων από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, για να υπαχθούν στα κίνητρα του νόμου 3299/2004.


Η προθεσμία έληγε στις 31/12/2009, αλλά η παράταση κρίνεται αναγκαία, δεδομένου ότι πολλοί ενδιαφερόμενοι επενδυτές αντιμετωπίζουν δυσχέρειες στη συλλογή των απαραίτητων δικαιολογητικών και την προετοιμασία του επενδυτικού φακέλου. Η παράταση θα προωθηθεί προς ψήφιση στην Βουλή με σχετική τροπολογία από την ΥΠΟΑΝ, κ. Κατσέλη.

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2009

ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ Η ΕΚΤΑΚΤΗ ΕΙΣΦΟΡΑ

Με την 18440/2009 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθήνας κρίθηκε αντισυνταγματική η έκτακτη εισφορά που επεβλήθη με τον Νόμο 3758/2009 στο εισόδημα του 2007 των φυσικών προσώπων που δήλωσαν πάνω από 60.000 ευρώ.


Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης η έκτακτη αυτή εισφορά αντίκειται στο άρθρο 78 § 2 του Συντάγματος που αναφέρει:

– «Φόρος ή άλλο οποιοδήποτε οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος που εκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε.

– »Λόγω της θεσπιζόμενης από το Σύνταγμα γενικής απαγόρευσης αναδρομικής επιβολής πέραν του προηγούμενου έτους οποιουδήποτε δυσμενέστερου των ισχυόντων οικονομικού μέτρου, ανεξαρτήτως του είδους αυτού ή της προσωρινότητας της επιβολής του και του ότι το ταμειακόν συμφέρον του Δημοσίου δεν συνιστά λόγο καταστρατήγησης συνταγματικών διατάξεων, ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος».

Και καταλήγει:

«Το εκκαθαριστικό σημείωμα με το οποίο επιβλήθηκε αυτή πρέπει να ακυρωθεί».

Επί της αποφάσεως αυτής αναμένεται να ασκηθεί από το Δημόσιο έφεση στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών.

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2009

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΑΜΟΙΒΩΝ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΟΥ Δ.Σ ΤΩΝ Α.Ε



του κ. Γ. Θ. Κρεκούκια


τ. Δ/ντή Υπουργείου Οικονομικών

Συνεργάτη της εταιρείας Συμβούλων Επιχειρήσεων

«ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Γ. ΓΙΑΜΑΡΕΛΛΟΥ Α.Ε.»



Λόγω των συχνών μεταβολών που επέρχονται στις διατάξεις των φορολογικών νόμων, επιβεβλημένη κρίνεται η κατά καιρούς εναρμόνιση του υπό εξέταση θέματος με τις ισχύουσες σήμερα φορολογικές διατάξεις. Έτσι, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, το φορολογικό καθεστώς που αφορά τις αμοιβές των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) των ανωνύμων εταιρειών, έχει ως ακολούθως:

ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ

Οι πάσης φύσεως αμοιβές και αποζημιώσεις που χορηγούνται στα μέλη του Δ.Σ. των ανωνύμων εταιρειών διέπονται κυρίως από τις διατάξεις του Κ.Ν. 2190/20 και διακρίνονται στις παρακάτω κατηγορίες:

• Αμοιβές του άρθρου 24 § 1 του Κ.Ν. 2190/20, που χορηγούνται από τα κέρδη της ανώνυμης εταιρείας.

• Αμοιβές του άρθρου 24 § 2 του Κ.Ν. 2190/20, που βαρύνουν την ανώνυμη εταιρεία.

• Ειδικές παροχές σε χρήμα ή σε είδος, χωρίς νόμιμη ή συμβατική υποχρέωση (άρθρο 25 § 2 του Κ.Φ.Ε.).

• Αμοιβές (μισθοί) του άρθρου 24 § 3 του Κ.Ν. 2190/20 για υπηρεσίες που παρέχουν τα μέλη του Δ.Σ. στην ανώνυμη εταιρεία πέραν από τα κύρια καθήκοντά τους, βάσει ειδικής σχέσης μίσθωσης εργασίας ή εντολής.

• Αμοιβές του ίδιου προαναφερθέντος άρθρου 24 § 3 του Κ.Ν. 2190/20, που καταβάλλονται όμως σε ελεύθερους επαγγελματίες, βάσει ειδικής σχέσης μίσθωσης εργασίας ή εντολής.



ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ

Εξετάζοντας, από φορολογικής κυρίως απόψεως, τις πιο πάνω διακριτές κατηγορίες αμοιβών, παρατηρούμε τα ακόλουθα:

1. Αμοιβές μελών Διοικητικού Συμβουλίου που χορηγούνται από τα κέρδη της ανώνυμης εταιρείας (άρθρο 24 § 1 του Κ.Ν. 2190/20).

1.1. Οι αμοιβές αυτές αναφέρονται σε τακτικές αμοιβές και ποσοστά εκτός μισθού, που χορηγούνται από τις ανώνυμες εταιρείες στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και τους Διευθυντές αυτών και πρέπει να λαμβάνονται από το υπόλοιπο που απομένει από τα καθαρά κέρδη μετά την αφαίρεση από αυτά:

• των ζημιών των προηγούμενων χρήσεων,

• των κρατήσεων για τακτικό αποθεματικό,

• του ποσού που διατίθεται για τη διανομή του πρώτου μερίσματος και

• του αναλογούντος φόρου εισοδήματος.



1.2. Σημειώνεται ότι εάν το ποσό της αμοιβής δεν καθορίζεται από το καταστατικό της εταιρείας, το ύψος και η κατανομή αυτής καθορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου η οποία τελεί υπό την έγκριση της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας. Με την απόφαση δε αυτή μπορεί να διαφοροποιηθεί η σχετική πρόταση του Διοικητικού Συμβουλίου. Διευκρινίζεται ακόμα ότι η κατανομή των αμοιβών μεταξύ των δικαιούχων μελών του Δ.Σ. δεν είναι απαραίτητο να είναι ισομερής, αλλά μπορεί να γίνεται και κατά άνισα μερίδια.

1.3. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η χορήγηση αμοιβών στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου τελεί υπό ορισμένες βασικές προϋποθέσεις, ήτοι:

α. Η εταιρεία να έχει κέρδη προς διανομή κατά την κρινόμενη χρήση.

β. Η διανομή αμοιβών από τα κέρδη της ανωνύμου εταιρείας να προβλέπεται από το καταστατικό αυτής.

γ. Εάν οι αμοιβές αυτές δεν προβλέπονται από το καταστατικό της εταιρείας, τότε καθορίζονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, που εγκρίνεται από την Τακτική Γενική Συνέλευση.

δ. Να γίνει λογιστικοποίηση της σχετικής δαπάνης στα βιβλία της εταιρείας, μέσω των παρακάτω λογαριασμών του Γ.Λ.Σ.:

• «Πιστωτές διάφοροι», Κωδ. 53

• «Δικαιούχοι Αμοιβών», Κωδ. 53.08

• «Αμοιβές από ποσοστά μελών Δ.Σ.», Κωδ. 53.08.00

1.4. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 24 του Κ.Φ.Ε. (Κ.Ν. 2238/94), οι αμοιβές και τα ποσοστά των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, καθώς και τα ποσοστά των διευθυντών και διαχειριστών των ανωνύμων εταιρειών αποτελούν εισόδημα από κινητές αξίες (εισόδημα Γ΄ πηγής) και κτώνται κατά τον χρόνο έγκρισης του ισολογισμού από την τακτική γενική συνέλευση των μετόχων και καταβάλλονται κατά το χρόνο που ορίζει η ίδια η συνέλευση των μετόχων.

1.5. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 54 § 1 του ίδιου προαναφερθέντος Κ.Φ.Ε., όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με την παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν. 3697/2008 και ισχύουν από 25/09/2008, στις εν λόγω αμοιβές ενεργείται παρακράτηση φόρου με συντελεστή 10%. Με την παρακράτηση αυτή εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των δικαιούχων για τα εισοδήματα αυτά.

Εντούτοις, σύμφωνα με τις ίδιες προαναφερθείσες διατάξεις (άρθρο 18 § 1 του Ν. 3697/2008) ορίζεται ότι, «ειδικά, οι ημεδαπές εταιρείες δεν προβαίνουν σε παρακράτηση φόρου επί των κερδών που διανέμουν, μεταξύ άλλων και με τη μορφή αμοιβών προς εταιρείες άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των οποίων είναι θυγατρικές με τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του Ν. 2578/1998 (ΦΕΚ 30 Α΄), όπως ισχύει». Σημειωτέον δε, ότι οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στην προπαρατεθείσα διάταξη αναφέρονται στο υφιστάμενο καθεστώς των μητρικών και θυγατρικών εταιρειών διαφορετικών κρατών-μελών της Ε.Ε., όπως αυτές τέθηκαν από τις σχετικές κοινοτικές οδηγίες.

Επισημαίνεται πάντως ότι, με τις διατάξεις που ίσχυαν πριν από την τροποποίηση της παραγράφου 1 του άρθρου 54 του Κ.Φ.Ε. που έγινε με το άρθρο 18 § 1 του Ν. 3697/2008, δηλαδή πριν από τις 25/09/2008, δεν προβλεπόταν η εν λόγω παρακράτηση φόρου (10%), με την αιτιολογία «… ως φορολογούμενα τα εισοδήματα αυτά στο όνομα του νομικού προσώπου».

1.6. Εδώ όμως, πρέπει να τονιστεί ότι η εν λόγω καθιερωθείσα παρακράτηση του φόρου (10%) δεν αποτελεί στην πραγματικότητα τη συνολική φορολογική επιβάρυνση των αμοιβών που λαμβάνουν τα μέλη του Δ.Σ. των ανωνύμων εταιρειών από τα κέρδη αυτών.

Πράγματι, εκτός από τον εν λόγω φόρο 10%, ο οποίος παρακρατείται και βαρύνει άμεσα τις αμοιβές των μελών του Δ.Σ., οι ίδιες αμοιβές, που ως γνωστό λαμβάνονται από τα καθαρά κέρδη της ανωνύμου εταιρείας, έχουν επιβαρυνθεί προηγουμένως, δηλαδή πριν από τη διανομή των κερδών, με τον φόρο εισοδήματος 25%, που επιβάλλεται στο επίπεδο του νομικού προσώπου της εταιρείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 109 § 1 του Κ.Φ.Ε. (Ν. 2238/94). Ο συντελεστής του φόρου αυτού (25%) εφαρμόζεται, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, στο συνολικό εισόδημα των ανωνύμων εταιρειών που προκύπτει από τις διαχειριστικές περιόδους που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2007 και μετά.

Επομένως, θεωρητικά μεν, η συνολική φορολογική επιβάρυνση, ανέρχεται σε ποσοστό 35% (25% + 10%), στην πραγματικότητα όμως, επειδή η παρακράτηση του φόρου 10% γίνεται στο συνολικό φορολογηθέν εισόδημα, η τελική φορολογική επιβάρυνση ανέρχεται σε ποσοστό 32,5%. Ήτοι, π.χ. σε υποτιθέμενο φορολογητέο εισόδημα 100 ευρώ, ο κύριος φόρος είναι 25€ (100 Χ 25%), ο παρακρατηθείς φόρος είναι 7,5€ (75 Χ 10%) και η συνολική ποσοστιαία επιβάρυνση είναι 32,5% (25% + 7,5%). Έτσι, το φορολογητέο εισόδημα των 100 ευρώ πλήττεται αφενός μεν με φόρο επιβαλλόμενο στο επίπεδο της εταιρείας 25% και με επί πλέον παρακρατούμενο κατά τ’ ανωτέρω τελικό φόρο στις αμοιβές των μελών του Δ.Σ. 7,5%.

Η παρακράτηση του εν λόγω φόρου 10% στις αμοιβές των μελών του Δ.Σ. ενεργείται κατά την καταβολή ή την εγγραφή των εισοδημάτων αυτών σε πίστωση των δικαιούχων, σε κάθε περίπτωση δε όχι αργότερα από ένα μήνα από την έγκριση του ισολογισμού από τη γενική συνέλευση των μετόχων. Η απόδοση δε του φόρου αυτού γίνεται με σχετική δήλωση στο Δημόσιο εφάπαξ εντός του επομένου μήνα από αυτόν εντός του οποίου έγινε η παρακράτηση (άρθρο 54 § 6 περίπτ. ζ΄ του Κ.Φ.Ε.). Υπόχρεος στην παρακράτηση του φόρου ορίζεται από το νόμο η ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία που καταβάλλει τις αμοιβές.

1.7. Περαιτέρω επισημαίνεται, ότι οι εν λόγω αμοιβές, που χορηγούνται από τα κέρδη της ανωνύμου εταιρείας, υπόκεινται σε τέλη χαρτοσήμου (1,20%), τα οποία αποδίδονται στο Δημόσιο με αποδεικτικό πληρωμής του Δημοσίου Ταμείου εντός δύο μηνών από την ημέρα έγκρισης του ισολογισμού της εταιρείας από τη γενική συνέλευση των μετόχων. Σημειώνεται εδώ ότι αναφορικά με τον χρόνο, τον τρόπο και τη διαδικασία υποβολής των δηλώσεων των εν θέματι τελών χαρτοσήμου εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 30 § 5 του προϊσχύσαντα Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων (Κ.Φ.Σ. – Π.Δ. 99/77), όπως τούτο προβλέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου 10 του άρθρου 39 του ισχύοντα Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ. - Π.Δ. 186/92).

2. Αμοιβές ή αποζημιώσεις μελών Διοικητικού Συμβουλίου που βαρύνουν την Ανώνυμη Εταιρεία (άρθρο 24 § 2 του Κ.Ν. 2190/20).

2.1. Οι αμοιβές ή αποζημιώσεις αυτές χορηγούνται για οποιοδήποτε λόγο στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου των ανωνύμων εταιρειών κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου24 του Κ.Ν. 2190/20 και δεν παρέχονται από τα κέρδη της εταιρείας, αλλά βαρύνουν τα έξοδα και συνεπώς τα οικονομικά αποτελέσματα αυτής και μάλιστα ανεξάρτητα αν τα αποτελέσματα αυτά είναι κερδοφόρα ή μη.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου 24 § 2 του Κ.Ν. 2190/20, οι παροχές αυτές προς τα μέλη του Δ.Σ. της ανωνύμου εταιρείας ορίζονται είτε με ρητή διάταξη του καταστατικού της ανωνύμου εταιρείας (καταστατικές αμοιβές), είτε προτείνονται από το Δ.Σ. της εταιρείας και εγκρίνονται με απόφαση της τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων. Οι αμοιβές αυτές παρέχονται στα μέλη του Δ.Σ. ως εκτός μισθού αμοιβές για τις υπηρεσίες που προσφέρουν στην εταιρεία, στα πλαίσια της ασκήσεως των καθηκόντων τους ως μελών του συλλογικού οργάνου διοίκησης, δηλαδή του Δ.Σ. και αναφέρονται κυρίως:

• σε αμοιβές συνεδριάσεων του Δ.Σ. (αμοιβές κατά συνεδρίαση),

• σε αμοιβές για τη συμμετοχή των μελών του Δ.Σ. σε επιτροπές κ.λπ.,

• σε αμοιβές για αποζημιώσεις εκτός έδρας και έξοδα κινήσεως των μελών του Δ.Σ. κ.λπ.

2.2. Με τις διατάξεις της περίπτωσης γ΄, παράγραφος 6 του άρθρου 105 του Κ.Φ.Ε. ορίζεται ότι από τα ακαθάριστα έσοδα των ανωνύμων εταιρειών εκπίπτουν και «οι αμοιβές και αποζημιώσεις που βαρύνουν την ίδια την ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του Κ.Ν. 2190/20».

Ταυτόχρονα, με τις διατάξεις της παραγράφου 1 περίπτωση α΄ του άρθρου 24 του Κ.Φ.Ε., οι εν λόγω αμοιβές των μελών του Δ.Σ. αποτελούν εισόδημα από κινητές αξίες για τους δικαιούχους (εισόδημα Γ΄ πηγής).

2.3. Παράλληλα, με τις διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 54 του Κ.Φ.Ε., όπως αυτές τέθηκαν με την παράγραφο 4 του άρθρου 18 του Ν. 3697/2008 και ισχύουν από 1/1/2009, στις αμοιβές αυτές γίνεται παρακράτηση φόρου με συντελεστή τριάντα πέντε τοις εκατό (35%).

Με την παρακράτηση του εν λόγω φόρου (35%) εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση του δικαιούχου (μέλους του Δ.Σ.) για τα εισοδήματα αυτά. Δηλαδή, τα εισοδήματα από τις αμοιβές αυτές δεν φορολογούνται στο όνομα του δικαιούχου με τις γενικές διατάξεις μαζί με τα άλλα εισοδήματα αυτού. Εντούτοις, οι δικαιούχοι των εισοδημάτων αυτών που φορολογούνται αυτοτελώς, δηλαδή οι φορολογούμενοι που αποκτούν εισοδήματα φορολογούμενα με ειδικό τρόπο με εξάντληση της φορολογικής τους υποχρέωσης, δικαιούνται να εμφανίζουν στη δήλωσή τους τα σχετικά ποσά για την κάλυψη τυχόν τεκμαρτής τους δαπάνης (άρθρο 19 § 2α΄ του Κ.Φ.Ε.).

Ο ως άνω φόρος (35%) μαζί με τα αναλογούντα τέλη χαρτοσήμου (1,20%) παρακρατούνται από την υπόχρεο ανώνυμη εταιρεία, κατά την καταβολή ή πίστωση των αμοιβών στο όνομα του δικαιούχου. Η παρακράτηση του φόρου (35%) για τις αμοιβές αυτές πρέπει να γίνεται στο ποσό που προκύπτει μετά την αφαίρεση των τελών χαρτοσήμου (1,20%) που βαρύνουν του δικαιούχους (βλ. σχετικά Διοικητική Λύση του ΥΠΟΙΟ υπ’ αριθ. πρωτ. 1073393/10672/ Β0012/26-9-2002).

Η απόδοση στο Δημόσιο του μεν φόρου γίνεται εφάπαξ με την υποβολή της δήλωσης μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου από την παρακράτηση του φόρου μήνα (άρθρο 60 § 2 του Κ.Φ.Ε.), του δε χαρτοσήμου, επίσης βάσει δηλώσεως, μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την ημερομηνία καταβολής των σχετικών αμοιβών.

3. Ειδικές παροχές σε χρήμα ή σε είδος, προς του διοικούντες την ανώνυμη εταιρεία (Διευθυντές, Προέδρους, μέλη του Δ.Σ. κ.λπ.), χωρίς σχετική νόμιμη ή συμβατική υποχρέωση (άρθρο 25 § 5 του Κ.Φ.Ε.)

3.1. Όπως ορίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 25 του Κ.Φ.Ε. (Ν. 2238/94), οι ειδικές αυτές παροχές είναι «Παροχές σε χρήμα ή σε είδος και γενικά παροχές χρηματικής αποτιμήσεως που γίνονται από ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία, χωρίς νόμιμη ή συμβατική για το σκοπό αυτό υποχρέωση προς διευθύνοντες ή εντεταλμένους συμβούλου ή προέδρους ή μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή διευθυντές και γενικά προς πρόσωπα τα οποία εκπροσωπούν νόμιμα αυτή …».

Ακολούθως, με τις διατάξεις της ίδιας παραγράφου ορίζεται ότι οι εν λόγω ειδικές παροχές «… λογίζονται ως εισόδημα από κινητές αξίες των ανωτέρω προσώπων, με την προϋπόθεση ότι έχουν βαρύνει τα αποτελέσματα χρήσεως της οικείας διαχειριστικής χρήσης» και αναφέρονται κυρίως:

• στην καταβολή από την εταιρεία των φόρων που βαρύνουν τα μέλη του Δ.Σ.,

• στην καταβολή του ενοικίου της κατοικίας τους,

• στην καταβολή δαπανών ταξιδίων μη εξυπηρετούντων τις ανάγκες της εταιρείας,

• στη διάθεση εμπορευμάτων ή παροχή υπηρεσιών άνευ ανταλλάγματος ή σε τιμή μικρότερη της πραγματικής κ.λπ.

Οι παροχές αυτές βαρύνουν τα αποτελέσματα της ανωνύμου εταιρείας, ακόμα και αν αυτά είναι ζημιογόνα, με την προϋπόθεση ότι οι σχετικές δαπάνες έχουν προεγκριθεί από την τακτική γενική συνέλευση των μετόχων.

3.2. Η φορολογική μεταχείριση των ειδικών αυτών παροχών στο όνομα των μελών του Δ.Σ. κ.λπ., ακολουθεί τη φορολόγηση των κανονικών αμοιβών του άρθρου 25 § 2 του Κ.Ν. 2190/20, για την οποία έγινε λόγος στην προηγούμενη παράγραφο 2. Ειδικότερα και οι έμμεσες αυτές αμοιβές των παροχών προς τους δικαιούχους υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου 35%, με την παρακράτηση δε του φόρου αυτού εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των δικαιούχων (άρθρο 54 § 5 του Κ.Φ.Ε.).

Η παρακράτηση του φόρου γίνεται και στην προκειμένη περίπτωση κατά την καταβολή ή την πίστωση του δικαιούχου, η απόδοση δε του φόρου στο Δημόσιο γίνεται εφάπαξ με την υποβολή της δήλωσης στη Δ.Ο.Υ. μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου από την παρακράτηση μήνα.

Περαιτέρω, από πλευράς τελών χαρτοσήμου, οι εν λόγω παροχές σε χρήμα ή σε είδος, που γίνονται από την ανώνυμη εταιρεία στους διοικούντες και στα μέλη του Δ.Σ. αυτής, χωρίς νόμιμη ή συμβατική υποχρέωση, δεν υπόκεινται στα προαναφερθέντα τέλη 1,20% του άρθρου 15ε΄ παρ. 7 του Κώδικα Χαρτοσήμου, αλλά σε τέλος χαρτοσήμου 3% σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 13 του ίδιου Κώδικα (βλ. σχετικά Π. Ρέππα, ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΧΑΡΤΟΣΗΜΟΥ, Έκδοση 2007, σελ. 604).

4. Αμοιβές (μισθοί), που καταβάλλονται από την ανώνυμη εταιρεία στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου για υπηρεσίες που παρέχουν σ’ αυτή βάσει ειδικής σχέσης μίσθωσης εργασίας (άρθρο 24 § 3 του Κ.Ν. 2190/20)

Οι αμοιβές αυτές καταβάλλονται στα μέλη του Δ.Σ. των ανωνύμων εταιρειών κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 24 του Κ.Ν. 2190/20 για υπηρεσίες που παρέχουν στις εταιρείες πέραν από τα κύρια καθήκοντά τους ως μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, βάσει ειδικής σύμβασης μίσθωσης εργασίας και φορολογούνται κατά τις ακόλουθες διακρίσεις:

4.1. Εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις (Δ΄ πηγή)

4.1.1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωση στ΄, παράγραφος 3 του άρθρου 28 του Κ.Φ.Ε. ως εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις, θεωρείται μεταξύ άλλων και «ο μισθός που καταβάλλεται από ανώνυμη εταιρεία στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της για τις υπηρεσίες που παρέχουν βάσει ειδικής σύμβασης μίσθωσης εργασίας ή εντολής, εφόσον για τις υπηρεσίες αυτές τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου είναι ασφαλισμένα σε οποιοδήποτε, εκτός του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ασφαλιστικό οργανισμό ή ταμείο».

Επομένως, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, οι αμοιβές που λαμβάνουν τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου των ανωνύμων εταιρειών, ανεξάρτητα αν αυτοί είναι ή όχι μέτοχοι, θεωρούνται πλάσματι νόμου, ως εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις (Δ΄ πηγής), με την προϋπόθεση ότι για τις υπηρεσίες που παρέχουν οι εν λόγω δικαιούχοι, είναι ασφαλισμένοι στον Οργανισμό Ασφαλίσεως Ελευθέρων Επαγγελματιών (Ο.Α.Ε.Ε.), ήτοι στο πρώην Τ.Α.Ε. ή Τ.Ε.Β.Ε. ή σε οποιονδήποτε άλλο ασφαλιστικό οργανισμό ή ταμείο, εκτός από το ΙΚΑ. Διαφορετικά, εάν δλαδή το μέλος του Δ.Σ. είναι ασφαλισμένο στο ΙΚΑ, οι αμοιβές που λαμβάνει θεωρούνται ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες (ΣΤ΄ πηγής), περίπτωση για την οποία γίνεται λόγος στην επόμενη παράγραφο 4.2.

4.1.2. Διευκρινίζεται εδώ, ότι σύμφωνα με τις ισχύουσες φορολογικές διατάξεις, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου των ανωνύμων εταιρειών, από μόνη την ιδιότητά τους αυτή, δεν υπάγονται στην ασφάλιση του ΙΚΑ. Πλην όμως, αν τα πρόσωπα αυτά συμμετέχουν στο κεφάλαιο της ανώνυμης εταιρείας με ποσοστό πάνω από 3% υπάγονται στην ασφάλιση του Ο.Α.Ε.Ε.. Σημειώνεται εν προκειμένω ότι, πριν από την ενοποίηση των ταμείων Τ.Α.Ε., Τ.Ε.Β.Ε. στον νέο οργανισμό Ο.Α.Ε.Ε., το ποσοστό συμμετοχής στο κεφάλαιο των μελών του Δ.Σ., προκειμένου να κριθεί η υποχρέωσή τους να ασφαλιστούν στα καταργηθέντα ήδη ταμεία Τ.Α.Ε. και Τ.Ε.Β.Ε., ήταν 3% και 5% αντίστοιχα (βλ. σχετικά ερμηνευτική εγκύκλιο του Ο.Α.Ε.Ε. υπ’ αριθ. 66/2009).

4.1.3. Πάντως, εφόσον παράλληλα με την ιδιότητά τους ως μελών του Δ.Σ., τα πρόσωπα αυτά παρέχουν προς την Α.Ε. και εξαρτημένη εργασία και είναι για το λόγο αυτό ασφαλισμένα στο ΙΚΑ, έστω και αν η συμμετοχή τους στο κεφάλαιο της εταιρείας υπερβαίνει το προαναφερθέν ποσοστό 3%, θα πρέπει να συνεχίσουν την ασφάλισή τους στο ΙΚΑ (βλ. σχετικά την υπ’ αριθ. 44/85 εγκύκλιο του ΙΚΑ, καθώς και ΜΙΛΤ. ΛΕΟΝΤΑΡΗ, ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, Έκδοση 1996, σελ. 63 και 64).

4.1.4. Επισημαίνεται ακόμα, ότι ως ασφάλιση κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα νοείται η κύρια τοιαύτη και όχι αυτή της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Έτσι, σε περίπτωση κατά την οποία ένα μέρος του Διοικητικού Συμβουλίου είναι ασφαλισμένο σε κάποιο άλλο εκτός του ΙΚΑ ασφαλιστικό οργανισμό, όπως για παράδειγμα στον Ο.Α.Ε.Ε., και παράλληλα είναι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ μόνο για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, οι αμοιβές του εξακολουθούν να θεωρούνται ως εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις.

4.1.5. Τα εν λόγω εισοδήματα (αμοιβές – μισθοί μελών του Δ.Σ.), που θεωρούνται, κατά τα προεκτεθέντα, ως εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις κατά το άρθρο 28 § 3 περ. στ΄ του Κ.Φ.Ε., φορολογούνται με συντελεστή 35% με εφαρμογή αυτού στο ποσό που προκύπτει μετά την αφαίρεση των ασφαλιστικών εισφορών που καταβάλλονται. Ο φόρος παρακρατείται από την ανώνυμη εταιρεία κατά την καταβολή των αμοιβών – μισθών και αποδίδεται με εφάπαξ καταβολή στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. κάθε δίμηνο με προσωρινή δήλωση, ήτοι μέχρι την 20ή ημέρα των μηνών Μαρτίου, Μαΐου, Ιουλίου, Σεπτεμβρίου, Νοεμβρίου και Ιανουαρίου κάθε έτους (άρθρο 59 § 1 του Κ.Φ.Ε.). Με την παρακράτηση του φόρου αυτού, εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των δικαιούχων για τις αμοιβές (μισθούς) αυτές.

Έτσι και εδώ οι δικαιούχοι των αμοιβών – μισθών δεν φορολογούνται για το εισόδημα αυτό με τις γενικές διατάξεις περί φορολογίας εισοδήματος, δηλαδή δεν υποχρεούνται να συμπεριλάβουν το εισόδημα αυτό στην ετήσια δήλωσή τους (άρθρο 32 § 5 του Ν. 2682/99), πλην όμως έχουν τη δυνατότητα να σημειώσουν το σχετικό ποσό στην οικεία ένδειξη της φορολογικής τους δήλωσης για την κάλυψη τυχόν διαφοράς από τεκμαρτή δαπάνη.

4.1.6. Επισημαίνεται τέλος, ότι τα εν θέματι ποσά αμοιβών – μισθών δεν επιβαρύνονται πλέον με τέλη χαρτοσήμου, καθότι αυτά καταργήθηκαν με τις διατάξεις της παραγράφου 1α΄ του άρθρου 2 της από 21/12/2001 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 2990/02 (σχετ. και Υπ. Οικ. Εγκ. 1016459/267/Πολ. 1069/2002).

4.2. Εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες (ΣΤ΄ πηγή)

4.2.1. Όπως αναφέρθηκε στην προηγούμενη υποπαράγραφο (4.1.), οσάκις οι δικαιούχοι (μέλη του Δ.Σ.) των αμοιβών είναι ασφαλισμένοι με πλήρη ασφαλιστική κάλυψη στο ΙΚΑ ή παράλληλα και σε άλλο ασφαλιστικό οργανισμό (π.χ. Ο.Α.Ε.Ε.), οι αμοιβές που λαμβάνουν από την ανώνυμη εταιρεία για υπηρεσίες που παρέχουν πέρα από τα κύρια καθήκοντά τους, βάσει ειδικής σύμβασης μίσθωσης εργασίας ή εντολής, θεωρούνται ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες (ΣΤ΄ πηγής). Τούτο δε διότι υπάρχει εν προκειμένω η προβλεπόμενη από το νόμο (άρθρο 28 § 3 (στ΄) του Κ.Φ.Ε.) προϋπόθεση ασφάλισης στο ΙΚΑ, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός της τυχόν παράλληλης ασφάλισης του δικαιούχου και σε άλλο ασφαλιστικό οργανισμό, όπως είναι στην προκειμένη περίπτωση η παράλληλη ασφάλιση π.χ. τον Ο.Α.Ε.Ε. κ.λπ. (σχετ. η υπ’ αριθ. πρωτ. 1018056/189/Α0012/Πολ. 1042/8-2-93 Ερμην. Εγκύκλιος του Υπ. Οικονομικών).

4.2.2. Επισημαίνεται κι εδώ το γεγονός της ύπαρξης πλήρους ασφαλιστικής κάλυψης στο ΙΚΑ, δηλαδή της ασφάλισης για συνταξιοδότηση του δικαιούχου. Διαφορετικά, σε περίπτωση δηλαδή επικουρικής μόνο ασφάλισης του δικαιούχου, δηλαδή ασφάλισης για ιατροφαρμακευτική π.χ. περίθαλψη στο ΙΚΑ και κανονικής ασφαλιστικής κάλυψης σε άλλο ασφαλιστικό οργανισμό, όπως π.χ. ο Ο.Α.Ε.Ε., τότε οι αμοιβές των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου δεν θεωρούνται ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, αλλά από εμπορικές επιχειρήσεις, που φορολογούνται κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη υποπαράγραφο 4.1.

4.2.3. Οι αμοιβές της εν θέματι περίπτωσης θεωρούνται ως γνήσιες αμοιβές από μισθωτές υπηρεσίες και φορολογούνται κατά τις διατάξεις του άρθρου 57 του Κ.Φ.Ε. (Ν. 2238/94). Ήτοι με παρακράτηση φόρου που γίνεται με την ισχύουσα κάθε φορά κλίμακα του άρθρου 9 του ίδιου Κώδικα. Ο αναλογών φόρος παρακρατείται κατά την καταβολή των αμοιβών – μισθών και αποδίδεται στο Δημόσιο με προσωρινές διμηνιαίες δηλώσεις μέχρι την 20ή ημέρα των μηνών Μαρτίου, Μαΐου, Ιουλίου, Σεπτεμβρίου, Νοεμβρίου και Ιανουαρίου κάθε έτους.

Το εισόδημα που αποκτούν από τις αμοιβές αυτές τα μέλη του Δ.Σ. φορολογείται στο όνομά τους σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις περί φορολογίας εισοδήματος. Δηλαδή τα πρόσωπα αυτά υποχρεούνται να περιλαμβάνουν τα σχετικά ποσά στην ετήσια φορολογικής τους δήλωση, συμψηφίζοντας ταυτόχρονα και τον φόρο μισθωτών υπηρεσιών που τους παρακρατείται κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα.

4.2.4. Επισημαίνεται περαιτέρω ότι, όπως έχει γίνει δεκτό και από τη διοίκηση του Υπ. Οικονομικών, οι εν θέματι αμοιβές που χορηγούνται με τη μορφή μισθού στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου των ανωνύμων εταιρειών, αναγνωρίζονται προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδά τους, ανεξάρτητα αν πρόκειται για αμοιβές μισθωτών υπηρεσιών (ΣΤ΄ πηγής) ή για αμοιβές εξ εμπορικών επιχειρήσεων (Δ΄ πηγής), με την προϋπόθεση όμως ότι καλύπτονται από απόφαση προέγκρισης της σχετικής σύμβασης μίσθωσης εργασίας από τη Γενικής Συνέλευση των μετόχων (βλ. σχετικά την υπ’ αριθ. 1076276/1044/Β0012/3-3-92 ερμ. εγκύκλιο του Υπ. Οικονομικών).

4.2.5. Τέλος, διευκρινίζεται, ότι και οι αμοιβές της περίπτωσης αυτής απαλλάσσονται από τα τέλη χαρτοσήμου, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1α΄ του άρθρου 2 της από 21/12/2001 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 2990/2002 και μάλιστα ανεξάρτητα από τον τρόπο φορολόγησης αυτών από πλευράς φόρου εισοδήματος (Δ΄ ή ΣΤ΄ πηγής).


5. Αμοιβές που καταβάλλονται από Ανώνυμη Εταιρεία σε μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ελεύθερους επαγγελματίες και θεωρούνται ως εισόδημα από την άσκηση του επαγγέλματος αυτού (άρθρο 24 § 3 του Κ.Ν. 2190/20).

5.1. Οι αμοιβές αυτές καταβάλλονται συνήθως από ανώνυμες εταιρείες στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της, τα οποία πέραν από τα κύρια καθήκοντά τους, ως μελών του Δ.Σ., προσφέρουν, βάσει ειδικής σχέσεως εντολής, και υπηρεσίες ελεύθερου επαγγελματία, όπως οι υπηρεσίες δικηγόρου, μηχανικού, οικονομολόγου, συμβούλου επιχειρήσεων κ.λπ., κατά την έννοια του άρθρου 24 § 3 του Κ.Ν. 2190/20.

5.2. Για τις υπηρεσίες τους αυτές οι εν λόγω ελεύθεροι επαγγελματίες αμείβονται ιδιαιτέρως, εκδίδοντας, κατά κανόνα, αποδείξεις παροχής υπηρεσιών του άρθρου 13 του Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/92) με Φ.Π.Α. Για το εισόδημα αυτό φορολογούνται στη Ζ΄ πηγή ως ελεύθεροι επαγγελματίες κατά τις διατάξεις του άρθρου 48 § 1 του Κ.Φ.Ε. (Ν. 2238/94).

Περαιτέρω, για το εισόδημα αυτό της Ζ΄ πηγής προβλέπεται, από τις διατάξεις του άρθρου 58 του Κ.Φ.Ε., παρακράτηση φόρου 20%, η οποία ενεργείται κατά την καταβολή των σχετικών αμοιβών από την καταβάλλουσα εν προκειμένω ανώνυμη εταιρεία. Ο φόρος αυτός συμψηφίζεται με τον φόρο εισοδήματος που δηλώνεται από τον ελεύθερο επαγγελματία (βλ. σχετικά και τις ερμηνευτικές εγκυκλίους του Υπ. Οικονομικών 1141/92 και 1042/93).

5.3. Εξαίρεση από τον προαναφερθέντα τρόπο φορολόγησης προβλέπεται για τις αμοιβές των δικηγόρων, τις οποίες παρέχουν στην ανώνυμη εταιρεία με πάγια αντιμισθία, βάσει σύμβασης έμμισθης εντολής, πέραν από τα κύρια καθήκοντά τους ως μελών του Δ.Σ. Στην περίπτωση αυτή το εισόδημα που αποκτούν οι δικηγόροι ως πάγια αντιμισθία για την παροχή νομικών υπηρεσιών εν γένει, είτε δηλαδή για τις υπηρεσίες που παρέχουν σε ανώνυμες εταιρείες πέραν από τα κύρια καθήκοντά τους ως μελών του Δ.Σ., είτε σε κάθε άλλη περίπτωση, θεωρείται ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες (ΣΤ΄ πηγής) και όχι ως εισόδημα από την άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος (σχετ. άρθρο 45 § 1 του Κ.Φ.Ε. – Ν. 2238/94, καθώς και η Πολ. 1214/18-7-1995 ερμ. εγκ. του Υπ. Οικονομικών).

Συνεπεία της ανωτέρω ειδικής φορολογικής μεταχείρισης της πάγιας αντιμισθίας των δικηγόρων, από τη Διοίκηση του Υπ. Οικονομικών έχει γίνει δεκτό ότι:

• Οι αμοιβές αυτές υπόκεινται σε παρακράτηση Φ.Μ.Υ. με βάση την εκάστοτε ισχύουσα κλίμακα της φορολογίας εισοδήματος. Ο φόρος δε αυτός συμψηφίζεται ακολούθως με το φόρο εισοδήματος που προκύπτει από το συνολικό εισόδημα που δηλώνει ο δικηγόρος.

• Για τις αμοιβές αυτές δεν απαιτείται έκδοση από τους υπόχρεους δικηγόρους, απόδειξης παροχής υπηρεσιών του Κ.Β.Σ. (βλ. σχετικά την ερμην. εγκ. του Υπ. Οικονομικών Πολ. 1163/30-6-94).

• Οι ίδιες αμοιβές εμπίπτουν μεν στο καθεστώς του Φ.Π.Α., πλην όμως απαλλάσσονται τόσο από το φόρο αυτό, όσο και από τα τέλη χαρτοσήμου (βλ. σχετικά την ερμ. εγκ. του Υπ. Οικονομικών Πολ. 1054/24-2-1995).

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ (ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ Σ.τ.Ε.)

1. Επιβολή φόρου άτυπης δωρεάς


Με την απόφαση 606/2009 του Σ.τ.Ε. (Β΄ Τμήμα) κρίθηκε ότι φορολογείται λόγω άτυπης δωρεάς, κάθε παροχή περιουσιακού στοιχείου χωρίς αντάλλαγμα, εφόσον γίνεται οικειοθελώς και όχι σε εκπλήρωση νόμιμης υποχρέωσης έναντι του δεχομένου την παροχή.

Η απόδειξη της χωρίς αντάλλαγμα παροχής περιουσιακού στοιχείου για την οποία καταρτίστηκε έγγραφο, βαρύνει την βεβαιούσα το φόρο φορολογική αρχή.

Συναγωγή τεκμηρίου δωρεάς λόγω ύπαρξης ιδιαίτερου δεσμού δωρητή και δωρεοδόχου είναι δυνατή μόνο μεταξύ φυσικών προσώπων.


2. Ασφαλιστικές εισφορές στις πάσης φύσεως παροχές

Με την απόφαση 1089/2009 του Σ.τ.Ε. (Α΄ Τμήμα) κρίθηκε ότι υπολογίζονται ασφαλιστικές εισφορές στις πάσης φύσεως χρηματικές ή σε είδος παροχές και στα πριμ παραγωγικότητας του εργοδότη προς τον μισθωτό, οι οποίες χορηγούνται είτε υποχρεωτικώς, είτε οικειοθελώς και από ελευθεριότητα.

Εξαιρούνται μόνο οι έκτακτες εισφορές κοινωνικού χαρακτήρα (δώρα γάμου κ.λπ.).

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2009

ΤΑ 19 ΜΕΤΡΑ ΠΟΥ ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ ΤΟ ΥΠΟΙΚ ΓΙΑ ΤΗΝ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ

Τα φορολογικά μέτρα που προτείνει η κυβέρνηση για τη φορολογική μεταρρύθμιση, όπως τα εξήγγειλε ο πρωθυπουργός στο Ζάππειο:




• Ενιαία προοδευτική τιμαριθμοποιημένη φορολογική κλίμακα για όλα τα εισοδήματα

• Εφαρμογή από το 2010 της προοδευτικής φορολόγησης της μεγάλης ακίνητης περιουσίας

• Επαναφορά του φόρου κληρονομιάς και γονικών παροχών με υψηλότερο αφορολόγητο

• Κατάργηση αυτοτελούς φορολόγησης – για όλα τα εισοδήματα, για όλα τα μισθολογικά επιδόματα του Δημοσίου

• Κατάργηση χαριστικών φοροαπαλλαγών

• Φορολόγηση των διανεμομένων κερδών στα φυσικά πρόσωπα

• Φορολόγηση της υπεραξίας από βραχυχρόνιες χρηματιστηριακές συναλλαγές με συμψηφισμό των ζημιών.

• Κατάργηση του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων

• Κωδικοποίηση και απλούστευση της φορολογικής νομοθεσίας

• Λογιστικός προσδιορισμός όλων των εισοδημάτων

• Αποτελεσματικός έλεγχος όλων των ενδοομιλικών συναλλαγών

• Φορολόγηση των συναλλαγών με εξωχώριες (off shore) εταιρείες

• Ηλεκτρονική παρακολούθηση της αγοράς των καυσίμων, για την πάταξη του λαθρεμπορίου

• Υποχρέωση διατήρησης επαγγελματικών λογαριασμών στις τράπεζες, διασύνδεση με τα πληροφοριακά συστήματα και πρόσβαση των φορολογικών υπηρεσιών

• Γενίκευση του πόθεν έσχες στις δηλώσεις και εφαρμογή του καθολικού πόθεν έσχες στον έλεγχο

• Σύστημα έκπτωσης φόρων μέσω αποδείξεων

• Κατάρτιση προγράμματος στοχευμένων διασταυρώσεων και διεξαγωγή φορολογικών ελέγχων βάσει ευρημάτων από το 2010.

• Δημοσιοποίηση στο Διαδίκτυο των στοιχείων εισοδημάτων και φόρου από εμπορικές επιχειρήσεις και ελεύθερα επαγγέλματα (εφαρμογή Ν. 2238/1994)

• Έλεγχος πόθεν έσχες σε όλους τους εφοριακούς και παύση καθηκόντων σε όσους αποδεικνύεται ότι δεν δικαιολογούνται τα περιουσιακά τους στοιχεία από τα εισοδήματά τους.

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009

ΥΠΑΓΩΓΗ Η ΜΗ ΣΕ ΤΕΛΟΣ ΧΑΡΤΟΣΗΜΟΥ ΤΗΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΣΕ ΝΙΚΗΤΕΣ ΠΡΟΚΗΡΥΧΘΕΝΤΩΝ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΩΝ-ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΩΝ

του Παναγιώτη Θ. Ρέππα


τ. Δ/ντή Υπουργείου Οικονομικών

Συνεργάτη της εταιρείας Συμβούλων Επιχειρήσεων

«ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Γ. ΓΙΑΜΑΡΕΛΛΟΥ Α.Ε.»



1. Γενικά



α. Με τις διατάξεις της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 58 του Ν. 2961/2001 «Περί Κώδικος Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών και Κερδών από Λαχεία», όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάσταση της ανωτέρω παραγράφου 1 με το άρθρο 35 παρ. 1α του Ν. 3775/2009 (ΦΕΚ 122 Α΄), (ισχύς από 21/8/2009 βάσει άρθρου 35, παρ. 3, Ν. 3775/2009), ορίζεται, ότι στον φόρο κερδών από λαχεία υποβάλλονται και «β) οι κάθε είδους παροχές, που προσφέρονται σε όσους συμμετέχουν σε διαγωνισμούς ραδιοφωνικούς, τηλεοπτικούς και λοιπούς παρεμφερείς, οποιασδήποτε μορφής».



• Σημειώνεται, ότι με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Ν. 3808/2009 (ΦΕΚ 227 Α΄), η ισχύς των διατάξεων του ανωτέρω άρθρου 35 του Ν. 3775/2009 (ΦΕΚ 122 Α΄) ανεστάλη από την έναρξή της, δηλαδή, από 21 Αυγούστου 2009, μέχρι και την 30 Απριλίου 2010. Συνεπώς, η ανωτέρω διάταξη της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 58 του Ν. 2961/2001 ισχύει από 1 Μαΐου 2010 και μετά.



β. Στην έννοια του όρου «κάθε είδους παροχές» της ανωτέρω διάταξης περιλαμβάνονται τα κινητά, τα ακίνητα και κάθε άλλο περιουσιακό στοιχείο (π.χ. χρήματα) και τούτο, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 58 του Ν. 2961/2001.



ΙΙ. Θέμα



Στην πράξη, μετά τη θέσπιση της ανωτέρω διάταξης, που ισχύει, όπως προαναφέρθηκε, από 21/8/2009, γεννήθηκε θέμα, εάν τα ακίνητα, που μεταβιβάζονται, κατά κυριότητα, υπό μορφή επάθλου ή βραβείου, σε νικητές προκηρυχθέντων τηλεοπτικών, ραδιοφωνικών και λοιπών συναφών διαγωνισμών, υπάγονται, κατά τη μεταβίβασή τους, πέρα του φόρου κερδών από λαχεία, και σε αναλογικό τέλος χαρτοσήμου, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του Κώδικα Χαρτοσήμου.



ΙΙΙ. Παρατηρήσεις



α. Τα ακίνητα, που μεταβιβάζονται, κατά κυριότητα, υπό μορφή επάθλου ή βραβείου, σε νικητές προκηρυχθέντων τηλεοπτικών, ραδιοφωνικών και λοιπών συναφών διαγωνισμών, μεταβιβάζονται στα πλαίσια δημοσίως γενόμενης προκήρυξης.



β. Προκήρυξη, δε, είναι η δημοσία υπό του προκηρύξαντος γενόμενη μονομερής υπόσχεση περί αμοιβής σε εκείνον, που θα προβεί σε εκτέλεση πράξης, ιδία, δε, σε επίτευξη αποτελέσματος, και αν ακόμη αυτός (ο εκτελέσας) ενήργησε άσχετα προς την υπόσχεση (άρθρο 709 παρ. 1 Α.Κ.).



γ. Η αμοιβή, που καταβάλλεται στον δικαιούχο, για εκτέλεση πράξης ή επίτευξης αποτελέσματος, κατόπιν προκηρυχθέντος διαγωνισμού, λέγεται έπαθλο ή βραβείο (άρθρο 709 παρ. 2 Α.Κ.) και μπορεί να είναι οποιασδήποτε φύσης, όπως, χρήματα, πράγμα κινητό, ακίνητο, τιμητική διάκριση, κ.λπ.



δ. Η προκήρυξη αποτελεί μονομερή δικαιοπραξία, η, δε, αναφερόμενη στην προκήρυξη μονομερής υπόσχεση του προκηρύσσοντος, ως μονομερής δήλωση, καλύπτουσα ολόκληρο το περιεχόμενο της προκήρυξης, δεν αποτελεί πρόταση προς κατάρτιση σύμβασης, χρήζουσα αποδοχής. Επίσης, δε, η συμμετοχή στον διαγωνισμό δεν αποτελεί αποδοχή (ανύπαρκτης) πρότασης προς κατάρτιση σύμβασης, επειδή η συμμετοχή στον διαγωνισμό αποτελεί απλώς πράξη, που ανήκει στους όρους ενέργειας του δικαιώματος του «επάθλου», επειδή η επίτευξη αποτελέσματος, χωρίς κανονική συμμετοχή στον διαγωνισμό, θα ήταν αδύνατη.



IV. Συμπέρασμα



α. Από τα ανωτέρω προκύπτει αδιασείστως, ότι κατά τη μεταβίβαση ακινήτου, κατά κυριότητα, υπό μορφή επάθλου ή βραβείου σε νικητές προκηρυχθέντων τηλεοπτικών, ραδιοφωνικών και λοιπών συναφών διαγωνισμών, οφείλεται, πέρα του φόρου κερδών από λαχεία, και αναλογικό τέλος χαρτοσήμου 3% (πλέον εισφορά 20% υπέρ ΟΓΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 3 ή 4 του άρθρου 13 του Κώδικα Χαρτοσήμου, ανάλογα με την ιδιότητα του καταβάλλοντος και προκηρύσσοντος τον διαγωνισμό προσώπου. Το τέλος αυτό οφείλεται ανεξάρτητα από την ιδιότητα του δικαιούχου του επάθλου ή βραβείου (ακινήτου), ακόμη, δηλαδή και στην περίπτωση, που αυτός τυγχάνει επιτηδευματίας, κατά τις διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων.



• Το ως άνω τέλος χαρτοσήμου θα υπολογισθεί στην αξία του ακινήτου, όπως αυτή λαμβάνεται υπόψη, για τον υπολογισμό του φόρου κερδών από λαχεία, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 58 του Ν. 2961/2001, όπως ισχύει.



β. Η επιβολή επί της, κατά τ’ ανωτέρω, μεταβιβάσεως της κυριότητας ακινήτου, ως επάθλου ή βραβείου, πέρα του οφειλόμενου επ’ αυτής φόρου κερδών από λαχεία, και τέλους χαρτοσήμου, δικαιολογείται εκ του ότι, ελλείψει σχετικής ειδικής απαλλακτικής διάταξης στον Κώδικα Χαρτοσήμου ή σε άλλο νόμο, κάθε φορολογία φορολογεί την ίδια πράξη, για ίδιο λογαριασμό.



• Σχετικά με την επιβολή του τέλους χαρτοσήμου επί της, κατά τ’ ανωτέρω, μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου, παρατηρούμε, επίσης, και τα εξής: Η διάταξη της περίπτωσης ι΄ του άρθρου 20 του Κώδικα Χαρτοσήμου, με την οποία ορίζεται, ότι απαλλάσσεται από το τέλος χαρτοσήμου «η σύμβαση της μεταβίβασης ακινήτων», δεν τυγχάνει εφαρμογής και επί της προαναφερόμενης μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου, επειδή η διάταξη αυτή (άρθρο 20 περ. ι΄ Κ.Τ.Χ.) προϋποθέτει, για την εφαρμογή της, αφενός, μεν, κατάρτιση σύμβασης, για τη μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου, αφετέρου, δε, επιβολή φόρου μεταβίβασης ακινήτων, για τη μεταβίβαση αυτή, πράγμα που δεν συμβαίνει επί της προαναφερόμενης μεταβίβασης της κυριότητας του ακινήτου, αφενός, μεν, γιατί η μεταβίβαση αυτή πραγματοποιείται, δυνάμει προκηρυχθέντος διαγωνισμού, στα πλαίσια δημοσίως γενόμενης προκήρυξης, η οποία είναι μονομερής δικαιοπραξία και όχι σύμβαση, αφετέρου, δε, γιατί η μεταβίβαση αυτή δεν υπόκειται σε φόρο μεταβίβασης ακινήτων, αλλά σε φόρο κερδών από λαχεία.



• Εννοείται, ότι η, κατά τ’ ανωτέρω, μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου δεν θα υπάγεται στο ως άνω τέλος χαρτοσήμου, μόνο εφόσον με νεότερη διάταξη νόμου προβλέπεται ρητά η απαλλαγή της από το εν λόγω τέλος.




Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ-ΦΟΡΟΑΠΟΦΥΓΗΣ ΤΡΟΠΟΙ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗΣ

του κ. Γ. Θ. Κρεκούκια


τ. Δ/ντή Υπουργείου Οικονομικών

Συνεργάτη της εταιρείας Συμβούλων Επιχειρήσεων

«ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Γ. ΓΙΑΜΑΡΕΛΛΟΥ Α.Ε.»





Ενόψει της επιχειρούμενης από τη Διοίκηση του Υπ. Οικονομικών συντονισμένης προσπάθειας για τη θεραπεία του εν θέματι κυριότερου, κατά τη γνώμη μας, αιτίου της δυσχερούς δημοσιονομικής κατάστασης, που βιώνει τελευταία η χώρα μας, ήτοι του μεγάλου προβλήματος της φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής, επισημαίνονται επιγραμματικά οι ακόλουθες σκέψεις μας, σαν ελάχιστη συνεισφορά για την επίλυση του προβλήματος αυτού.



1. Μέτρα κατά της φοροδιαφυγής



1.1. Τεκμήρια – Πόθεν έσχες



Τα δύο αυτά εργαλεία, που εφαρμόζονται άλλωστε παλαιόθεν στη χώρα μας, με μικρή όμως απόδοση, πρέπει να ανασυνταχθούν σε ενιαίο κείμενο πλήρους πόθεν έσχες, με βάση το οποίο όλοι οι φορολογούμενοι θα πρέπει να δικαιολογούν τις ετήσιες πραγματικές και τεκμαρτές τους δαπάνες, έναντι των ετήσιων εσόδων τους. Το σύστημα αυτό θα πρέπει να λειτουργεί με απλό λογιστικό τρόπο και να απεικονίζονται όλα τα έσοδα και οι δαπάνες των υπόχρεων σε ειδικό έντυπο που θα υποβάλλεται με την ετήσια φορολογική δήλωση.



1.2. Προληπτικός – Κατασταλτικός έλεγχος



Εντατικοποίηση και κυρίως μεθοδευμένη άσκηση της ελεγκτικής διαδικασίας. Ειδικότερα:



Η άσκηση του προληπτικού ελέγχου θα πρέπει να συστηματικοποιηθεί και να γίνεται καθημερινά τόσο στα διακινούμενα αγαθά με όλα τα μεταφορικά μέσα ή ακόμη και στα δια χειρός μεταφερόμενα αγαθά, όσο και με σύντομους διαγνωστικούς ελέγχους με στοχευμένες επισκέψεις σε επιχειρήσεις πώλησης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών.



Η άσκηση του κατασταλτικού ελέγχου θα πρέπει να περιοριστεί κατά το δυνατόν, στον προσωρινό και τακτικό έλεγχο των μεσαίων και των μεγάλων επιχειρήσεων, με το σύστημα των επιλεγμένων κριτηρίων (point system), τα οποία θα καθορίζονται με βάση τα κύρια οικονομικά στοιχεία της επιχείρησης, που θα περιλαμβάνονται με ειδικό ηλεκτρονικό πρόγραμμα (project), που θα αναφέρεται σε συγκεκριμένα οικονομικά στοιχεία (π.χ. συντελεστές μικτού και καθαρού κέρδους, συντελεστές δαπανών κ.λπ.), κατά κλάδους επιχειρήσεων και επαγγελμάτων, όπως το εμπόριο τροφίμων, εμπόριο ειδών νεωτερισμού, εκμετάλλευση κέντρων διασκέδασης κ.λπ.



1.3. Αντικειμενικός προσδιορισμός του εισοδήματος των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων



Η μεθόδευση αυτή μπορεί να ακολουθήσει το πρότυπο του εφαρμοζόμενου σήμερα προσδιορισμού του καθαρού εισοδήματος ορισμένων επαγγελμάτων (εκμεταλλευτές επιβατικών Δ.Χ. και φορτηγών Δ.Χ. αυτοκινήτων, ενοικιαζόμενων δωματίων, λαϊκών αγορών κ.λπ. του άρθρου 33 του Κ.Φ.Ε.). Η μέθοδος αυτής πρέπει να εφαρμοστεί και για ορισμένους ελεύθερους επαγγελματίες (γιατροί, δικηγόρου κ.λπ.), όπως ίσχυσε και κατά το παρελθόν με το καταργηθέν άρθρο 51 του Κ.Φ.Ε.



Ο προσδιορισμός των τεκμηρίων και εν τέλει του εισοδήματος των εν λόγω επαγγελμάτων και ελευθέρων επαγγελματιών πρέπει να γίνεται μετά από σχετικές διαβουλεύσεις με τις οικείες επαγγελματικές οργανώσεις των ενδιαφερόμενων φορολογούμενων.



Η υπαγωγή στο σύστημα πρέπει να είναι προαιρετική και να ισχύει για ορισμένα οικονομικά έτη, μετά τη λήξη των οποίων να μπορεί να ανανεώνεται. Εξυπακούεται ότι οι φορολογούμενοι που δεν θα αποδέχονται τον εν λόγω προσδιορισμό του εισοδήματός τους, θα υπόκεινται σε τακτικό έλεγχο.



Η επιτυχία του συστήματος αυτού, που εξ όσων γνωρίζω εφαρμοζόταν στη Γαλλία για το Φ.Π.Α., θα μπορούσε να απελευθερώσει σημαντικό ελεγκτικό δυναμικό, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, θα ασχολείται συστηματικά με τον προσωρινό και τον τακτικό έλεγχο των μεσαίων και μεγάλων επιχειρήσεων.



1.3. Διασταύρωση στοιχείων – ανταλλαγή πληροφοριών



Και τα δύο αυτά μέσα, επικουρούμενα με τα σύγχρονα προηγμένοι ηλεκτρονικά μέσα, εφαρμοζόμενα μεθοδικά και συστηματικά, θα μπορούσαν να δώσουν πολύτιμους καρπούς στον τομέα της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής. Ειδικά, καθόσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών, αυτή πρέπει να καλύψει όλο το φάσμα του δημοσίου τομέα, όπου με τη χρήση on line ηλεκτρονικών συνδέσεων να παρέχεται πληροφόρηση σε θέματα που άπτονται φορολογικών υποθέσεων, όπως π.χ. ενημέρωση των φορολογικών υπηρεσιών από τα γραφεία σχεδίων πόλεως σχετικά με τις εκδιδόμενες οικοδομικές άδειες, από τις αγορανομικές υπηρεσίες, για τις διαπιστούμενες αγορανομικές παραβάσεις κ.λπ.



1.4. Κατάργηση – αναμόρφωση Κ.Β.Σ.



Ο Κώδικα αυτός, που ισχύει στην Ελλάδα από πολλών ετών με την μορφή ξεχωριστού νομοθετικού κειμένου, έχει προσφέρει στο παρελθόν και ακόμα και σήμερα προσφέρει σημαντικά και θα λέγαμε ανυπολόγιστα οφέλη στην εύρυθμη φορολογική τάξη, ειδικότερα δε στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, αλλά και στην εδραίωση της φορολογικής συνείδησης των πολιτών. Όμως με την πάροδο πολλών δεκαετιών και την ραγδαία ανάπτυξη των αγορών και κυρίως των μέσων και τον τρόπων λειτουργίας αυτών, όπως είναι, προ πάντος, η ανάπτυξη και εφαρμογή των ηλεκτρονικών μέσων στις συναλλαγές και στις φορολογιστικές πρακτικές, η λειτουργία του Κ.Β.Σ. με τη σημερινή του μορφή κρίνεται, κατά τη γνώμη μας, αναχρονιστική, μη εξυπηρετούσα την σημερινή οικονομική, την συναλλακτική αλλά και αυτή ακόμα την φοροτεχνική πραγματικότητα. Αποτέλεσμα των μειονεκτημάτων αυτών είναι, η εφαρμογή με τη σημερινή δομή και περιεχόμενο του εν λόγω Κώδικα να μην μπορεί να καλύπτει τις ταχύτατα αναπτυσσόμενες συναλλαγές και δραστηριότητες και εν πολλοίς να αποτελεί σημαντικό εμπόδιο αλλά και αντικίνητρο στη λειτουργία της αγοράς και την ανάπτυξη της οικονομίας γενικότερα.



Επί τούτοις, κατά τη γνώμη μας, δεν θα ήταν σκόπιμο να καταργηθεί συλλήβδην ο ισχύων Κ.Β.Σ., αλλά να αναμορφωθεί εκ βάθρων, έτσι ώστε να καταρτιστεί ένα νέο κείμενο με εντελώς πλαισιακές διατάξεις, που θα ισχύουν σε συνδυασμό με τις ισχύουσες διατάξεις του Ελληνικού Γενικού Λογιστικού Σχεδίου (Ε.Γ.Λ.Σ.).



1.5. Κατάργηση απαλλαγών και αυτοτελούς φορολόγησης



Και τα δύο αυτά μέτρα θα μπορούσαν να συνεισφέρουν σημαντικά στην αύξηση των φορολογικών εσόδων.



Εξυπακούεται ότι και οι δύο αυτές επιλογές θα πρέπει να γίνουν με προσεκτική και μελετημένη εκτίμηση, έτσι ώστε να μη θιγούν ορισμένες περιπτώσεις που χρήζουν ξεχωριστής αντιμετώπισης, ιδιαίτερα στον τομέα της κατάργησης των φορολογικών απαλλαγών.



Καθόσον αφορά την κατάργηση της αυτοτελούς φορολόγησης πολλών και σημαντικών εισοδημάτων, θα πρέπει αφενός μεν να γίνει προσεκτική επιλογή των προς κατάργηση σχετικών περιπτώσεων, αφετέρου δε να διατηρηθεί το σύστημα παρακράτησης ενός ποσοστού φόρου στην πηγή, που ισχύει και σήμερα. Εξυπακούεται ότι τα εισοδήματα αυτά που φορολογούνται αυτοτελώς, θα προστίθενται στα φορολογητέα κατά πηγή εισοδήματα του υπόχρεου και από το γενικό ποσό φόρου που θα προκύπτει θα εκπίπτονται όλοι οι παρακρατηθέντες σε κάθε πηγή φόροι.



1.6. Αναμόρφωση φορολογικής κλίμακας



Πρόκειται ευαίσθητο πράγματι μέρος της εκάστοτε επιχειρούμενης φορολογικής αναμόρφωσης, διότι άπτεται του φοροεισπρακτικού προβλήματος, ταυτόχρονα δε σχετίζεται άμεσα με την φοροδοτική και κοινωνική πλευρά των βασικών κατηγοριών των φορολογούμενων πολιτών, ήτοι των πολύ μικρών, των μικρών, των μεσαίων, των μεγάλων και των πολύ μεγάλων υποχρέων.



Έτσι, οι επιλεγόμενοι φορολογικοί συντελεστές σε κάθε κλιμάκιο φόρου επηρεάζουν άμεσα τα δηλούμενα εισοδήματα των προαναφερθεισών κατηγοριών υποχρέων, με βασικό όμως πρόβλημα το γεγονός της αδυναμίας εξακρίβωσης της ακριβούς φοροδοτικής ικανότητας του δηλούντος φορολογούμενου αφενός και αφετέρου της μη απόδοσης ενός καθιερωμένου συντελεστή φόρου σε ένα κλιμάκιο, στο οποίο περιλαμβάνονται λίγοι ή και πολύ λίγοι φορολογούμενοι, π.χ. η εφαρμογή ενός συντελεστή φόρου 40% στο κλιμάκιο φόρου από 50.000 ευρώ έως 80.000 ευρώ, ενδεχομένως να υπάγεται ένας σχετικά μικρός αριθμός φορολογούμενων και η απόδοσης του φόρου να είναι μικρή ή πολύ μικρή.



2. Μέτρα φοροαποφυγής



Δεδομένου ότι η φοροδιαφυγή αποτελεί την με νόμιμους τρόπους αποφυγή των φόρων, τα μέτρα για την καταπολέμησή της ποικίλουν ανάλογα με τους εμφανιζόμενους κάθε φορά τρόπους αποφυγής των φόρων. Τα μέτρα δε αυτά ποικίλουν, διότι εξαρτώνται από τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για την καταστρατήγηση των υφιστάμενων φορολογικών διατάξεων ή την σκόπιμη εκμετάλλευση των υφιστάμενων κενών της φορολογικής νομοθεσίας.



Εξάλλου, η φοροαποφυγή, όπως άλλωστε και η φοροδιαφυγή, εκδηλώνεται τόσο σε εθνικό επίπεδο, όσο και σε διεθνές. Στο τελευταίο μάλιστα αυτό πεδίο η φοροαποφυγή λειτουργεί με εξαιρετικά μεθοδευμένους, επιστημονικούς θα λέγαμε, τρόπους.



Επομένως, θα μπορούσε κανείς να αναφερθεί στους κλασικούς τρόπους αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής, που είναι γνωστοί και καθιερωμένοι τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο.



2.1.Σε εθνικό επίπεδο, θα πρέπει να αναφερθούν:



α. Οι διατάξεις του άρθρου 39 του Κ.Φ.Ε. (Κ.Ν. 2238/94) περί υπερτιμολογήσεων και υποτιμολογήσεων, καθώς και του συναφούς άρθρου 39α΄ του ίδιου Κώδικα, περί τεκμηρίωσης τιμών ενδοομιλικών συναλλαγών, σε συνδυασμό με αυτές της παραγράφου 10 του άρθρου 105του ίδιου Κώδικα.



Διευκρινίζεται ότι οι διατάξεις αυτές αποσκοπούν στον περιορισμό της μεταφοράς εισοδημάτων μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων εσωτερικού ή εξωτερικού, που εκδηλώνονται συνήθως με υπερτιμολογήσεις ή υποτιμολογήσεις (transfer pricing policy).



Επισημαίνεται ακόμη ότι, η εν λόγω ρύθμιση έχει προβλεφθεί στο άρθρο 9 του μοντέλου του ΟΟΣΑ (OECD MODEL) και έχει μεταφερθεί τόσο στις εθνικές διατάξεις των κρατών-μελών του ΟΟΣΑ, όσο και στις διμερείς Συμβάσεις περί Αποφυγής της Διπλής Φορολογίας, που έχουν υπογράψει μεταξύ τους τα κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ.



β. Οι διατάξεις των περιπτώσεων ι΄ και ιη΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε., που αναφέρονται στις προϋποθέσεις αναγνώρισης αφενός μεν των δικαιωμάτων (royalties), όπως τα δικαιώματα ευρεσιτεχνίας, τα σήματα, μέθοδοι παραγωγής κ.λπ., τόσο μεταξύ εθνικών επιχειρήσεων, όσο και μεταξύ συνδεδεμένων πολυεθνικών επιχειρήσεων (Associated Enterprises), αφετέρου δε των εξόδων Διοικητικής Υποστήριξης (Management Fees), που αναφέρονται στις προϋποθέσεις αναγνώρισης των εξόδων αυτών, τόσο μεταξύ εθνικών επιχειρήσεων όσο και μεταξύ πολυεθνικών τοιούτων.



2.2. Σε πολυεθνικό επίπεδο, αναφέρονται κυρίως:



α. Οι προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 9 του Μοντέλου του ΟΟΣΑ (OECD Model) που αποσκοπούν στον περιορισμό της μεταφοράς εισοδημάτων μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων διαφορετικών κρατών-μελών.



β. Οι διατάξεις της από 23/07/2009 Σύμβασης μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αφορά στον καθορισμό ειδικής διαδικασίας για την αποφυγή της διπλής φορολόγησης μεταξύ συνδεδεμένων μελών. Η Σύμβαση μάλιστα αυτή έχει κυρωθεί με τον εθνικό Ν. 2216/94.



γ. Οι διατάξεις της Κοινοτικής Οδηγίας 2002/94, με την οποία καθορίζεται η αμοιβαία συνδρομή για την είσπραξη απαιτήσεων μεταξύ των κρατών-μελών. Οι διατάξεις της Οδηγίας αυτής προσαρμόσθηκαν στην ελληνική νομοθεσία με τον Ν. 3052/2002 και την σχετικά Απόφαση του Υπ. Οικονομικών Τ.3383/243/Α 0019/22-7-2003.



Εν κατακλείδι επισημαίνεται ότι όλες οι προαναφερθείσες ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση του φαινομένου της φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής, για να λειτουργήσουν αποτελεσματικά προς όφελος της εθνικής μας δημόσιας οικονομίας, θα πρέπει να εφαρμόζονται μεθοδικά και ακατάπαυστα. Διαφορετικά η πλημμελής ή και αμελής εφαρμογής τους δεν αποδίδει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα και επιπλέον επαυξάνει το φαινόμενο της φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής και γενικότερα στρεβλώνει τη φορολογική συνείδηση των πολιτών.-


Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2009

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ

Ενόψει των επικείμενων συζητήσεων για το θέμα αυτό, παρακαλώ όπως διατυπώσετε και τις δικές σας απόψεις προκειμένου να τις αναρτήσω στο blog μου ώστε να προωθηθούν προς μελέτη στις αρμόδιες υπηρεσίες της διοίκησης του Υπουργείου Οικονομικών.

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2009

ΕΚΤΑΚΤΗ ΕΙΣΦΟΡΑ ΣΕ ΚΕΡΔΟΦΟΡΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΙΔΙΟΚΤΗΤΕΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ

Σας ενημερώνουμε ότι την 20/11/2009 κατατέθηκε στη Βουλή μετά από διαβούλευση, το σχέδιο νόμου του ΥΠΟΙΚ με θέμα «Οικονομική ενίσχυση κοινωνικής αλληλεγγύης, εισφορά κοινωνικής ευθύνης των μεγάλων επιχειρήσεων και της μεγάλης ακίνητης περιουσίας και άλλες διατάξεις των Υπουργείων Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης». Επισημαίνεται ότι στο σχέδιο αυτό που κατατέθηκε στη Βουλή υπάρχουν διαφορές από αυτό που δόθηκε την 5/11/2009 προς διαβούλευση. Ειδικότερα, οι κυριότερες ρυθμίσεις που επέρχονται είναι: 1. Επιβάλλεται έκτακτη εφάπαξ εισφορά στα μεγάλα κέρδη των επιχειρήσεων ανεξάρτητα από τη νομική τους μορφή, εφόσον αυτά υπερβαίνουν τα 5.000.000,00€. 1.1. Υπολογίζεται με βάση το συνολικό καθαρό εισόδημα της διαχειριστικής χρήσης 2008 (οικ. έτος 2009). · Για τα καθαρά κέρδη έως και 10.000.000,00€ η έκτακτη εισφορά ισούται με το γινόμενό τους επί συντελεστή 5%. · Για τη διαφορά των καθαρών κερδών από 10.000.000,00€ έως 25.000.000,00€ η έκτακτη εισφορά υπολογίζεται με συντελεστή 7%. · Για τη διαφορά των καθαρών κερδών από 25.000.000,00€ και άνω η έκτακτη εισφορά υπολογίζεται με συντελεστή 10%. 1.2. Π.χ. Μία εταιρεία «Χ» έχει συνολικά καθαρά κέρδη 30.000.000,00€. Η έκτακτη εισφορά υπολογίζεται ως εξής: Καθαρά κέρδη 2008 Έκτακτη εισφορά 10.000.000,00 Χ 5% = 500.000,00 Δια τη διαφορά 25.000.000,00 – 10.000.000,00 = 15.000.000,00 Χ 7% = 1.050.000,00 Δια τη διαφορά 30.000.000,00 – 25.000.000,00 = 5.000.000,00 Χ10%= 500.000,00 Σύνολο 30.000.000,00 2.050.000,00 1.3. Σημειώνεται ότι προστέθηκε νέα παράγραφος (4) που αναφέρει ότι τα καθαρά κέρδη επί των οποίων επιβάλλεται η έκτακτη εισφορά δεν μπορεί να υπερβαίνουν το διπλάσιο του μέσου όρου των συνολικών καθαρών κερδών των δύο προηγουμένων οικονομικών ετών 2007 και 2008 (χρήσεις 2006 και 2007). Παράδειγμα: Η εταιρεία «Α» έχει κέρδη την χρήση 2008 30.000.000,00€ και τις χρήσεις 2006 και 2007 10.000.000,00 και 15.000.000,00€ αντίστοιχα. Ο μέσος όρος των κερδών των χρήσεων 2006 και 2007 είναι 12.500.000,00€ (10.000.000,00 + 15.000.000,00 = 25.000.000,00 : 2). Το διπλάσιο του Μ.Ο. των κερδών είναι 25.000.000,00€ (12.500.000,00€ Χ 2). Συνεπώς θα καταβληθεί η έκτακτη εισφορά στα 25.000.000,00€ και ΟΧΙ στα 30.000.000,00€. 1.4. Για τις επιχειρήσεις που δημοσίευσαν οικονομικές καταστάσεις με τα ΔΠ-ΧΠ η έκτακτη εισφορά επιβάλλεται στα καθαρά κέρδη που προκύπτουν από την εφαρμογή τους εφόσον αυτά είναι μεγαλύτερα από το συνολικό καθαρό εισόδημα και υπερβαίνουν τα 5.000.000,00€. 1.5. Για την καταβολή της εισφοράς αποστέλλεται εκκαθαριστικό σημείωμα στην επιχείρηση, και μπορεί να καταβληθεί σε 12 ίσες μηνιαίες δόσεις (από 8 που προέβλεπε το αρχικό). Σε περίπτωση εφάπαξ καταβολής χορηγείται έκπτωση 3% (από 2,5% που προέβλεπε το αρχικό). 1.6. Δεν επιβάλλεται επιπλέον έκτακτη εισφορά στη διαφορά που θα προκύψει από τον φορολογικό έλεγχο (το αρχικό προέβλεπε ότι επιβαλλόταν και στη διαφορά αυτή). Επιβάλλεται όμως και επί των λογιστικών διαφορών της δήλωσης χρήσης 2008. 1.7. Τέλος, η έκτακτη εισφορά δεν εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης και επιστρέφεται κατά το μέρος που αποδεδειγμένα τα κέρδη επί των οποίων επιβλήθηκε αποτέλεσαν κέρδη άλλης επιχείρησης για τα οποία καταβλήθηκε έκτακτη εισφορά (συμμετοχές) (άρθρο 2). 2. Επιβάλλεται έκτακτη εφάπαξ εισφορά στη μεγάλη ακίνητη περιουσία φυσικών προσώπων κατά την εκκαθάριση του Ενιαίου Τέλους Ακινήτων (ΕΤΑΚ) έτους 2009 η οποία συμβεβαιώνεται και καταβάλλεται μαζί με αυτό. Η έκτακτη εισφορά υπολογίζεται με προοδευτικό συντελεστή στα οριζόμενα κλιμάκια φορολογητέας αξίας που κυμαίνεται από 1‰ (για το κλιμάκιο από 400.000,00 – 600.000,00 ευρώ), έως 9‰ (για το κλιμάκιο άνω των 3.00.001,00 ευρώ) (άρθρο 3). 3. Αναστέλλεται για την 30/4/2010 (από 21/10/2009) η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 35 του Ν. 3775/2009, σχετικά με τη φορολόγηση των κερδών από λαχεία, τηλεοπτικά έπαθλα κ.λπ. Προβλέπεται επίσης η μη επιστροφή φόρου που τυχόν καταβλήθηκε μέχρι σήμερα. 4. Μετατίθεται για την 1/7/2010 και μετά (αντί της 1/1/2010) η επιβολή της αυτοτελούς φορολόγησης με συντελεστή 10% σε κέρδη που αποκτώνται από την πώληση μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών. 5. Παρατείνεται μέχρι 31/12/2011 ο χρόνος παραγραφής των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα Τελωνεία του κράτους χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που παραγράφονται εντός των ετών 2009, 2010. 6. Παρατείνεται μέχρι 30/4/2010 η οριστική περαίωση των εκκρεμών υποθέσεων Φ.Μ.Α.Π. των ετών 1997 έως και 2007 (άρθρο 4).

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *